Σύνδεση συνδρομητών

Μεταφράζοντας φιλοσοφία

Σάββατο, 03 Ιανουαρίου 2026 00:18
Ο Παναγιώτης Κονδύλης. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η εκ μέρους του σχεδίαση και υλοποίηση ενός ευρέος μεταφραστικού προγράμματος, το οποίο στεγάστηκε στη «Φιλοσοφική και πολιτική βιβλιοθήκη» των εκδόσεων Γνώση: από το 1983 έως περίπου το 2000 εκδόθηκαν συνολικά 59 τόμοι αυτής της σειράς.
Αρχείο Τhe Books’ Journal
Ο Παναγιώτης Κονδύλης. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η εκ μέρους του σχεδίαση και υλοποίηση ενός ευρέος μεταφραστικού προγράμματος, το οποίο στεγάστηκε στη «Φιλοσοφική και πολιτική βιβλιοθήκη» των εκδόσεων Γνώση: από το 1983 έως περίπου το 2000 εκδόθηκαν συνολικά 59 τόμοι αυτής της σειράς.

Αν επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε, από φιλοσοφική σκοπιά, τον χαρακτήρα της μεταφραστικής δραστηριότητας, πρέπει να ανατρέξουμε στις εννοιολογικές διακρίσεις του Αριστοτέλη και να εντάξουμε τη μεταφραστική δραστηριότητα στο ευρύτερο πλαίσιο της ποιήσεως: όταν μεταφράζουμε, φτιάχνουμε κάτι, κατασκευάζουμε ένα μετάφρασμα – όπως ένας μαραγκός φτιάχνει τραπέζια, ή ένας ποιητής ποιήματα. Και αυτό που αναμένεται από έναν μεταφραστή είναι να κατέχει τη μορφή γνώσης που προσιδιάζει στην κατασκευαστική ποίηση: να κατέχει την τέχνην της μετάφρασης. [1]

Ο Αριστοτέλης μιλάει συχνά για την τέχνη, σπάνια όμως στο πλαίσιο μιας αυτόνομης πραγμάτευσής της· πιο συχνά, τη χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς μιας αντιδιαστολής: είτε προς τη θεωρητική σοφία, είτε προς την πρακτική φρόνηση, είτε προς τη φύση. Δεν θα επιμείνω εδώ περισσότερο σε αυτές τις διακρίσεις. Θα σημειώσω μόνο την ιδιάζουσα ένταση που προκύπτει, όταν ο Αριστοτέλης, στο Βιβλίο Α΄ των Μετά τα φυσικά, αντιπαραθέτει την τέχνη προς την απλή εμπειρία. Η τέχνη εμπεριέχει και προϋποθέτει την εμπειρία· είναι ανώτερη της εμπειρίας, διότι ο πραγματικός τεχνίτης, σε αντιδιαστολή προς τον απλώς εμπειρικό, έχει γνώση των αιτίων· συχνά, ωστόσο, βλέπουμε τους εμπειρικούς να τα καταφέρνουν καλύτερα από τους γνώστες-τεχνίτες. Και όντως, πιστεύω ότι όλα αυτά ισχύουν και μπορούν να επιβεβαιωθούν από όποιον έχει εμπλακεί στο συναρπαστικό, δύσκολο, απρόβλεπτο εγχείρημα της μεταφραστικής τέχνης.

Πριν πω δυο λόγια για τα χαρακτηριστικά και τις ειδικές προϋποθέσεις τούτης της τέχνης, και καθώς θέμα μας είναι η μετάφραση φιλοσοφικών κειμένων στη νέα ελληνική, θα επιχειρήσω μια σύντομη, αναγκαστικά επιλεκτική, ελπίζω όμως όχι παραπλανητική ιστορική αναφορά. Και τέλος, θα κλείσω με μερικές πρόχειρες σκέψεις με τις οποίες θα τιμήσω ένα σημείο στίξης.

 

Ιστορία της φιλοσοφικής μετάφρασης

Ξεκινώ, λοιπόν, με δυο λόγια για την ιστορία της νεοελληνικής φιλοσοφικής μετάφρασης. Όσοι από εμάς προλάβαμε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, θα θυμόμαστε ότι η πρώτη επαφή μας με τη φιλοσοφία έγινε μέσα από τις μεταφράσεις των εκδόσεων Αναγνωστίδη. Των βιβλίων εκείνων με τα μαύρα σκληρά εξώφυλλα, τα οποία έκλειναν ανάμεσά τους την πιο ακραία και οδυνηρή συμπύκνωση όλων των κακοποιητικών μεταφραστικών πρακτικών: προχειρότητα, άγνοια, μεταφραστική ανωνυμία, ακρωτηριασμό, ανασκολοπισμό, κατακρεούργηση και αλλοίωση των κειμένων. Όσο κι αν ακούγεται ιερόσυλο, θα τολμήσω λοιπόν να πω ότι, για όσα αντίτυπα αυτών των εκδόσεων έχουν απομείνει να κυκλοφορούν, ή να πιάνουν χώρο σε κάποιες βιβλιοθήκες, η μόνη αρμόζουσα θέση είναι η ανακύκλωση χάρτου.

Ενώπιον αυτής της δυστοπίας, η οποία αφορά και κάποιους άλλους εκδότες εκείνης της εποχής, η όποια φιλοσοφική κοινότητα αναζητούσε παρηγορία στο παρελθόν: ανέτρεχε στις δύο αξιόπιστες και έγκυρες μεταφράσεις του Συκουτρή, Συμπόσιο του Πλάτωνα και Ποιητική του Αριστοτέλη, εκδεδομένες το 1934 και 1937 αντίστοιχα. Και το 1976 χαιρέτισε με ενθουσιασμό την έκδοση της μετάφρασης, από τον Αναστάσιο Γιανναρά, ενός μέρους της καντιανής Κριτικής του καθαρού Λόγου. Αυτή η έκδοση αποτέλεσε σημείο καμπής όχι μόνο για τις καντιανές σπουδές στην Ελλάδα αλλά και για την ελληνική φιλοσοφική μετάφραση εν γένει. Για πρώτη ίσως φορά καταδείχθηκε ότι ένα έργο αναμένεται να μεταφράζεται ολόκληρο, χωρίς περικοπές και αντικαταστάσεις τμημάτων του από «συνοψίσεις» ή παραφράσεις· και ακόμη, ότι η μεταφραστική πράξη συνιστά (αλλά και προϋποθέτει) μια ουσιαστική ενασχόληση με το κείμενο· ότι οι μεταφραστικές επιλογές οφείλουν να προκύπτουν ως αποτέλεσμα ελέγχου, βασάνου και αναστοχασμού. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η εν λόγω μετάφραση (η ολοκλήρωση της οποίας διακόπηκε από τον αιφνίδιο θάνατο του Αναστασίου Γιανναρά) συνιστά ένα είδος ακλόνητου προτύπου μεταφραστικής επάρκειας ή καταλληλότητας· περιέχει, αντιθέτως, και αβλεψίες και ατυχείς επιλογές, χωρίς πάντως τούτο να της στερεί τον χαρακτήρα του ορόσημου – και ας είναι πλέον σε όλους μας προφανής η ανάγκη μιας νέας μετάφρασης του μνημειώδους αυτού έργου.[2]

Στο μεταξύ, το 1971-72 οι εκδόσεις Κάλβος έχουν εκδώσει μια δίτομη έκδοση Έργων του Μακιαβέλλι, με τη μεταφραστική υπογραφή του Παναγιώτη Κονδύλη. Αξίζει να θυμηθούμε την πρώτη φράση του προλόγου εκείνης της έκδοσης: «Είναι γνωστό και εύγλωττο το γεγονός ότι στην κακορίζικη τούτη γενέτειρα της φιλοσοφίας δεν υπάρχει ούτε μία συστηματική ερμηνευτική παρουσίαση των κειμένων του α ή β μεγάλου Ευρωπαίου στοχαστή». Ο Κονδύλης δεν έμεινε, ωστόσο, σε αυτή τη διαπίστωση. Συνέλαβε, σχεδίασε και υλοποίησε ένα ευρύ μεταφραστικό πρόγραμμα, το οποίο στεγάστηκε στη «Φιλοσοφική και πολιτική βιβλιοθήκη» των εκδόσεων Γνώση.

Έτσι, από το 1983 έως περίπου το 2000, θα εκδοθούν 59 συνολικά τόμοι αυτής της σειράς.[3] Ευγνωμονώντας και ευλογώντας τον Κονδύλη, ας θυμηθούμε μερικά ονόματα: Χομπς, Λοκ, Νίτσε, Χούσσερλ, Χάιντεγκερ, Βίττγκενσταϊν, Κασσίρερ, Άρεντ, Στράους, Φουκώ, Ντερριντά, Λυοτάρ. Κάποιες από τις μεταφράσεις είναι άνισες, κάποιοι από τους μεταφραστές προσλαμβάνονται ακόμη σήμερα με όρους μιας κάποιας εξιδανίκευσης· σε γενικές γραμμές, ωστόσο, αν σήμερα, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει όντως μια ελληνική φιλοσοφική κοινότητα (και τούτο σημαίνει: μια ελληνική κοινότητα που μετέχει στη διεθνή κοινότητα και διαλέγεται με αυτήν) – αν λοιπόν υπάρχει μια νεοελληνική φιλοσοφική κοινότητα, τούτο δεν προέκυψε χάρη στην πανεπιστημιακή φιλοσοφία, αλλά παρά την πανεπιστημιακή φιλοσοφία, και ενάντια σε αυτήν· οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο άνοιγμα των οριζόντων που πέτυχε να μας παράσχει ένας άνθρωπος που ουδέποτε βρήκε θέση στο ελληνικό πανεπιστήμιο: ο Παναγιώτης Κονδύλης.

Όσο δε για τη μετάφραση της αρχαίας φιλοσοφίας, στα τέλη του 20ού αιώνα, και με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως π.χ. ο Τατάκης, παλινδρομούμε (για να το πω σχηματικά) ανάμεσα στις οιστρήλατες επινεύσεις του Θεοδωρακόπουλου και τους μαλλιαρισμούς του Γληνού. Το 1995, ωστόσο, θα εκδοθεί μια μετάφραση-πρότυπο για ό,τι έμελλε να ακολουθήσει: ο πλατωνικός Τίμαιος, από τον Β. Κάλφα. Μόλις ένα έτος νωρίτερα, το 1994, έχει μεταφραστεί η πρώτη από τις πλωτινικές Εννεάδες, από τον Π. Καλλιγά, ο οποίος, ολοκληρώνοντας το 2018 αυτό το γιγαντιαίο εγχείρημα, θα επικεντρωθεί έκτοτε στον Πλάτωνα, χαρίζοντάς μας ήδη έγκυρες και ρέουσες μεταφράσεις έξι πλατωνικών διαλόγων. Ο δε Β. Κάλφας ηγείται σήμερα ενός δύσκολου και μακρόπνοου εγχειρήματος μετάφρασης του συνόλου του αριστοτελικού έργου, στις εκδόσεις Νήσος.

Αν δούμε λοιπόν πού βρισκόμασταν πριν από 50 χρόνια και πού βρισκόμαστε σήμερα, θα βεβαιώσουμε ότι στο πεδίο της μετάφρασης φιλοσοφικού λόγου έχει διανυθεί μια εκπληκτικά μεγάλη απόσταση· έχουν γίνει όχι βήματα, αλλά θεαματικά άλματα. Και αν μπορούμε να πούμε το ίδιο γενικότερα και για τη νεοελληνική φιλοσοφική σκηνή –αν δηλαδή μπορούμε να πούμε ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες η φιλοσοφία διακονείται στον ελληνικό χώρο με σοβαρότητα, και ότι τούτο συμβαίνει για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες απραξίας και βαλτώματος–, τούτη η πρόοδος οφείλει σίγουρα πολλά στο μεταφραστικό έργο που έχει παραχθεί.

 

Προϋποθέσεις και κατευθύνσεις

Υποσχέθηκα ωστόσο ότι θα πω δυο λόγια και για τις προϋποθέσεις επιτυχούς άσκησης αυτής της τέχνης. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, από τις τρεις βασικές προϋποθέσεις: άριστη γνώση της γλώσσας του πρωτοτύπου· άριστη γνώση και αίσθηση της νέας ελληνικής· και τέλος, επαρκής εξοικείωση με το μεταφραζόμενο έργο. Γνωρίζω καλώς: μόλις έδωσα την εντύπωση ότι επιμένω σε κοινοτοπίες και προβαίνω σε τετριμμένες διαπιστώσεις. Θα ήθελα ωστόσο να σας διαβεβαιώσω ότι τούτες οι τρεις προϋποθέσεις ούτε αυτονόητες είναι ούτε πληρούνται τόσο συχνά όσο νομίζετε. Βλέπουμε, αντιθέτως, πολύ συχνά το μεταφραστικό εγχείρημα να εγκλωβίζεται στο ψευδοδίλημμα «κατά λέξη ή νοηματική μετάφραση»· να εκπίπτει σε μια επίδειξη μεταφραστικού ακκισμού, με τη διαρκή επινόηση καινοφανών αποδόσεων. Ή να εγκλωβίζεται σε ένα ιδεώδες «πιστότητας», εφαρμόζοντας έναν τυφλό αυτοματισμό που μεταγράφει και παρατάσσει στην ελληνική αντιστοιχήσεις των λέξεων του πρωτοτύπου. Ή, τέλος, να υπερτιμά της δυνατότητες της μετάφρασης, θεωρώντας όχι απλώς ότι η μετάφραση συνιστά ερμηνεία, αλλά και ότι η μετάφραση θα υποκαταστήσει κάθε άλλη ερμηνεία, ότι όλα τα ερμηνευτικά ερωτήματα θα απαντηθούν μέσω της επιτυχούς απόδοσης των όρων του πρωτοτύπου.

Αποφάσισα όμως, απόψε, να γίνω και λίγο εξομολογητικός. Θα σας αποκαλύψω λοιπόν και μία τέταρτη προϋπόθεση επιτυχούς άσκησης της μεταφραστικής τέχνης: είναι η ύπαρξη μιας ελαφράς ψυχαναγκαστικής διαταραχής, του περίφημου OCD. Τονίζω το «ελαφράς», διότι αν η διαταραχή είναι μεσαίας έντασης, απλώς θα υπερδεκαπλασιάσει το χρόνο που θα αφιερώσει ο μεταφραστής στην ολοκλήρωση του έργου του, καταλύοντας κάθε σχέση κόστους-οφέλους. Και αν είναι βαριά, απλώς θα μεταθέσει το μετάφρασμα στα κατάλοιπα, επιβαρύνοντας με την έκδοση της μετάφρασης κάποιους αδαείς κληρονόμους. Το ελαφρύ OCD, ωστόσο, είναι αυτό που θα ωθήσει τον μεταφραστή, αν π.χ., κατά το τελευταίο χτένισμα της μετάφρασης, δει ότι σε κάποιο σημείο το γερμανικό επίρρημα wiederum αποδίδεται καλύτερα ως «εξάλλου» και όχι ως «πάλι» – θα τον ωθήσει να κάνει αναζήτηση στις 60 περιπτώσεις εμφάνισης του wiederum στο πρωτότυπο, για να επιβεβαιώσει ότι σε 12 από αυτές το «εξάλλου» λειτουργεί όντως καλύτερα. Και μετά, λίγο πριν φύγει το μετάφρασμα από τα χέρια του, θα εντοπίσει μια περίπτωση όπου το wiederum είναι καλύτερο να αποδοθεί με τον απλό αντιθετικό σύνδεσμο «δε»· και φυσικά, θα ξανακάνει αναζήτηση στις 60 περιπτώσεις, και θα αλλάξει τις 2 ή 3 απ’ αυτές. Και όντως, έτσι το τελικό αποτέλεσμα θα είναι καλύτερο· κι ας μην το καταλάβει κανείς· αλλά θα είναι καλύτερο. Και όπως είπαμε: επειδή η διαταραχή είναι ελαφρά, την επόμενη μέρα το μετάφρασμα θα σταλεί προς έκδοση.

Πέρα από αυτές τις 3+1 προϋποθέσεις, θα αναφέρω και τρεις βασικές κατευθυντήριες αρχές, οι οποίες πιστεύω ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε απόπειρα μετάφρασης φιλοσοφικού κειμένου:[4]

α. Οι φιλοσοφικές έννοιες προέρχονται από λέξεις της κοινής γλώσσας. Κάθε μετάφραση οφείλει να αναστοχάζεται αυτή την καταγωγή και να αναγνωρίζει τη σημασία της. Η προέλευση της έννοιας από τη λέξη, η παρουσία της κοινής γλώσσας στη φιλοσοφική ιδιόλεκτο δεν επιτρέπεται να εξαφανίζεται στο μετάφρασμα.

β. Οι φιλοσοφικές έννοιες συχνότατα έχουν ιστορία που διαρκεί αιώνες, ενίοτε δε χιλιετίες. Αποδίδοντας λ.χ. την εγελιανή Substanz δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπόψη μας την καρτεσιανή ή σπινοζική substantia, την υπόστασιν των Στωικών και του Πορφυρίου. Η απόδοση, επομένως, της Substanz ως «ουσίας» δεν θα ήταν μόνο απρόσφορη (αφού με «ουσία» αποδίδεται η λέξη Wesen), αλλά πιθανότατα και εσφαλμένη.

γ. Όπως στις λέξεις, έτσι και στις φιλοσοφικές έννοιες η γλωσσική και νοηματική τους αξία προσδιορίζεται από τη λειτουργία τους, δηλαδή από ένα σύνολο αναφορών, συγγενειών και ετεροτήτων που συγκροτούνται στο πλαίσιο μιας ολότητας: αφενός της σύνολης γλώσσας, αφετέρου της επιμέρους γλώσσας ενός φιλοσόφου ή ενός κειμένου. Την αξία αυτή οφείλει να αναδημιουργεί και το μετάφρασμα στη νέα γλώσσα όπου μεταφέρεται το κείμενο. Αν λοιπόν, μεταφράζοντας Χέγκελ, αποδίδουμε το Bewusstsein ως «συνείδηση», όταν μεταφράζουμε το Είναι και χρόνος, εκεί όπου η «συνείδηση» πρέπει να αποδώσει το Gewissen, εκεί λοιπόν η λέξη Bewusstsein θα αποδοθεί διαφορετικά απ’ ό,τι στον Χέγκελ (π.χ. ως «συνειδέναι»[5]).

Οι κατευθυντήριες αυτές αρχές δεν πρέπει να εκληφθούν ως «συνταγές» επίλυσης προβλημάτων, αλλά ως αφετηρίες της μεταφραστικής αναζήτησης. Ούτως ή άλλως, πρόκειται για αρχές που ενίοτε συγκρούονται, με αποτέλεσμα η συνολική τήρησή τους να εμφανίζεται αδύνατη. Αυτό που εντέλει αποκομίζει ο μεταφραστής από αυτές τις αρχές (ή άλλες παρόμοιες) δεν είναι κάποιες έτοιμες μεταφραστικές λύσεις, αλλά μια παρότρυνση για εγρήγορση και για διαρκή συναίσθηση της πολυπλοκότητας των προβλημάτων. Οι λύσεις θα προκύψουν μόνο από τον ίδιο τον μεταφραστή και από τη γνώση του – μια γνώση που δεν είναι θεωρητική γνώση αρχών, αλλά η γνώση μιας επίπονης, ενίοτε άχαρης, αλλά κατεξοχήν δημιουργικής τέχνης.

 

Η αγκύλη

Υποσχέθηκα ότι θα κλείσω με μια αναφορά σε ένα σημείο στίξης. Πρόκειται για την αγκύλη. Συνειδητοποίησα τη σημασία της, όταν ένας καλός συνάδελφος, ο Γ. Σαγκριώτης, διατύπωσε κάτι που στα αυτιά μου ακούστηκε ως σημαντικός έπαινος για τη δική μου μεταφραστική δουλειά[6]:

Η μετάφρασή του δεν είναι φιλάρεσκη και δεν είναι ιδιοσυγκρασιακή [...] Οι διευκρινιστικές παρεμβάσεις είναι [...] φυσιολογικά ενταγμένες στη ροή του κειμένου, αλλά διακεκριμένες με αγκύλες, και καθώς παρακολουθεί κανείς το κείμενο αισθάνεται αυθόρμητα την ανάγκη να τις συμπεριλάβει στην εκφώνησή του («Περί κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», The Books Journal, τχ. 143).

Δεν είχα σκεφτεί ποτέ τι σημαίνει η διευκρινιστική ή επεξηγηματική ένθεση λέξεων ή φράσεων ανάμεσα σε αγκύλες. Ο κριτικός εδώ κατανόησε καλύτερα από εμένα τι ακριβώς κάνω. Ήθελα λοιπόν να κλείσω την αποψινή παρέμβαση αναπέμποντας μια ωδή στην αγκύλη. Να επαινέσω την αγκύλη για τη δυνατότητα που δίνει σε εμάς τους μεταφραστές να επεξηγήσουμε ή να διευκρινίσουμε κάτι που στο πρωτότυπο παραμένει ασαφές, να συμπληρώσουμε μια ατέλεια. Να κατανοήσουμε τον φιλόσοφο καλύτερα απ’ όσο κατανόησε ο ίδιος τον εαυτό του. Και τούτο να το κάνουμε σε ένα πεδίο εντάσεων διακριτικότητας και παρεμβατικότητας – ένα πεδίο που καθίσταται δυνατό, αλλά και οριοθετείται, από την αγκύλη.

Καθώς όμως πρέπει να μην υπερβώ το δισέλιδο, θα αναμένω, για την ολοκλήρωση της ωδής στην αγκύλη, μια άλλη, επόμενη ευκαιρία.

  

[1] Το παρόν είναι το ελάχιστα επεξεργασμένο κείμενο μιας προφορικής παρουσίασης που έγινε στο πλαίσιο συζήτησης με θέμα «Μεταφράζοντας φιλοσοφικά κείμενα στα ελληνικά», η οποία διοργανώθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης στην Αθήνα την Πέμπτη 22/5/2025.

[2] Η μετάφραση αυτή ήταν ενταγμένη στο ιδιαίτερα φιλόδοξο εγχείρημα της σειράς «Φιλοσοφία-Πηγές», των εκδόσεων Παπαζήση. Αν ανατρέξει κανείς στα οπισθόφυλλα εκείνων των εκδόσεων, θα δει να προαναγγέλλονται, με ονόματα μάλιστα των μεταφραστών, 25 τίτλοι μειζόνων φιλοσοφικών έργων. Εκδόθηκαν, αν μετρώ σωστά, οι 11 από αυτούς.

[3] Βλ. και Ά. Στυλιανού: «Ο Παναγιώτης Κονδύλης ως μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων» (διαδικτυακά διαθέσιμο).

[4] Στο σημείο αυτό ανατρέχω σε υλικό από τα «Προλεγόμενα» στην έκδοση: Χέγκελ, Ο Λόγος στην ιστορία. Εισαγωγή στη φιλοσοφία της ιστορίας (Προλεγόμενα – Μετάφραση – Ερμηνευτικά σχόλια: Π. Θανασάς). Αθήνα: Μεταίχμιο 2006, σ. 91-92.

[5] Πρβλ. Μ. Χάιντεγκερ: Είναι και χρόνος (μτφρ. Π. Θανασάς). Αθήνα: Πατάκη 2025, υπό έκδοση.

[6] Αφορούσε την έκδοση: Χέγκελ, Πρόλογοι και Εισαγωγές (Μετάφραση – Ερμηνευτικά Σχόλια: Π. Θανασάς). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2021.

Παναγιώτης Θανασάς

Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής του Athens MA in Ancient Philosophy. Πρόσφατα βιβλία του: Parmenides, Cosmos, and Being. A Philosophical Interpretation (2007), Χέγκελ, Πρόλογοι και Εισαγωγές (μετάφραση - ερμηνευτικά σχόλια, 2021), Νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Βιβλιογραφικός οδηγός (2023, υπό έκδοση). Προσεχώς ολοκληρώνει μια νέα μετάφραση του έργου του Χάιντεγκερ Είναι και χρόνος.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.