Ο αστικός μύθος, που δημιουργήθηκε και διαιωνίζεται, για προφανείς λόγους, από την γενική κατεύθυνση του λιμανιού του Πειραιά, λέει ότι η χούντα των συνταγματαρχών «αγόρασε» τον ημιτελικό για λογαριασμό του Παναθηναϊκού σε μια προσπάθεια νομιμοποίησης του καθεστώτος στα μάτια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.
Απόδειξη ότι έγινε αυτό; Μια συνέντευξη της γυναίκας του δικτάτορα, Δέσποινας Παπαδοπούλου, στον Αλέξη Παπαχελά, όπου ανέφερε πως «ο Παττακός της είπε ότι ο Παναθηναϊκός θα προκριθεί γιατί αγόρασαν το παιχνίδι». Ερωτηθείς για το θέμα αυτό, ο Παττακός αρνήθηκε ότι η χούντα δωροδόκησε τη γιουγκοσλαβική ομάδα και ότι είχε πει κάτι τέτοιο στη σύζυγο του Παπαδόπουλου.
Παρένθεση: έχετε προσέξει ότι, σε κάθε τέτοια θεωρία συνωμοσίας, ο καταγγέλλων ποτέ δεν ήταν αυτόπτης μάρτυς του γεγονότος, αλλά, πάντα, του/της το είπαν κάποιοι αυτόπτες μάρτυρες, οι οποίοι είτε έχουν πεθάνει ή κανείς δεν ξέρει πια πού βρίσκονται ή αρνούνται ότι είπαν ποτέ ό,τι καταγγέλλεται; Ένα μυστήριο πράγμα. Τέλος της παρένθεσης.
Σε ό,τι ακολουθεί επιχειρηματολογώ ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να δωροδοκήθηκε ο Ερυθρός Αστέρας για να κάτσει να χάσει, όχι γιατί έχουν προκύψει νέα στοιχεία περί αυτού αλλά γιατί, από γιουγκοσλαβικής πλευράς, κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο και ήταν αδύνατο. Για δύο λόγους:
Πρώτον, επειδή, ύστερα από περίπου δεκαπέντε χρόνια καλών σχέσεων με το Βελιγράδι που εδραίωσαν και συντήρησαν διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις μετά το 1950, η χούντα ακολούθησε πολιτική ψύχρανσης των σχέσεων αυτών, με εμφυλιοπολεμική και ψυχροπολεμική ρητορική. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε η δικτατορία, με την αιτιολογία του «εκ του Βορρά κινδύνου», ήταν να ακυρώσει τη συμφωνία συνοριακών διελεύσεων που είχαν συνάψει και σεβαστεί οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις με τη Γιουγκοσλαβία. Η κυβέρνηση του Βελιγραδίου, σχεδόν αμέσως, άρχισε να καλλιεργεί μυστικές επαφές με σχεδόν όλο το φάσμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, από το ΚΚΕ Εσωτερικού μέχρι τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου, προσδοκώντας την επανασύσταση σχέσεων καλής γειτονίας μετά την πτώση της χούντας. Θα ήταν τουλάχιστον ασυνεπές, αν όχι παντελώς αδύνατον, το Βελιγράδι, εν μέσω αυτής της διπλωματικής έντασης, να αποφασίσει να ενισχύσει την ελληνική χούντα με μια ποδοσφαιρική νίκη εις βάρος της πρωταθλήτριας Γιουγκοσλαβίας. Ιδιαίτερα δεδομένου του επόμενου σημείου.
Ο δεύτερος, και πιο σημαντικός, λόγος είναι ότι το «στήσιμο» του αγώνα θα ήταν αδιανόητο γιατί ο αθλητισμός αποτελούσε για το καθεστώς Τίτο βασικό πυλώνα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής και είχε αναγορευθεί σε μοχλό σφυρηλάτησης της κοινής εθνικής ταυτότητας σε μια χώρα με τουλάχιστον 6 διαφορετικές εθνικότητες και τρεις θρησκείες.
Για τους δύο αυτούς βασικούς λόγους, αποκλείεται να δέχτηκε να αποκλειστεί από τον τελικό που θα γινόταν στον «ναό του ποδοσφαίρου», στο γήπεδο Γουέμπλεϊ του Λονδίνου, ο σύλλογος που ιδρύθηκε και υποστηριζόταν από την Οργάνωση Νεολαίας του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας.
Τα σπορ σε εθνική υπηρεσία
Ο αθλητισμός αποτελούσε από την αρχή έναν από τους πυλώνες του γιουγκοσλαβικού κομμουνιστικού κινήματος και ήταν πάντα κρίσιμος βραχίονας άσκησης πολιτικής. Οι αθλητικοί σύλλογοι της Γιουγκοσλαβίας του μεσοπολέμου υπήρξαν οργανωτικοί πυρήνες για το Κόμμα και πολλοί από τους κορυφαίους αθλητές της περιόδου ήταν προβεβλημένα μέλη του. Το 1936 το ΚΚ προσπάθησε να οργανώσει μποϋκοτάζ των αγώνων του Βερολίνου, στο οποίο δήλωσαν ότι θα συμμετάσχουν πολλοί κορυφαίοι αθλητές-μέλη του κόμματος. Το καλοκαίρι πριν από τους αγώνες, γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές προσπάθησαν να παρεμποδίσουν τη διέλευση της Ολυμπιακής Φλόγας από τη χώρα τους (στην πρώτη ολυμπιακή λαμπαδηδρομία της ιστορίας, που ήταν έμπνευση του Γιόζεφ Γκέμπελς…) και να τη σβήσουν.
Μετά τον πόλεμο και την επικράτηση του Τίτο, η ανάπτυξη του γιουγκοσλαβικού αθλητισμού, σε όλα τα σπορ και σε όλα τα επίπεδα, έγινε βασική πολιτική επιλογή του νέου καθεστώτος. Όλοι οι προπολεμικοί αθλητικοί σύλλογοι διαλύθηκαν και δημιουργήθηκαν νέοι. Δύο από αυτούς ήταν η Παρτιζάν Βελιγραδίου, ο αθλητικός σύλλογος του γιουγκοσλαβικού στρατού, και ο Ερυθρός Αστέρας Βελιγραδίου, ο σύλλογος της κομμουνιστικής νεολαίας, που είχε σαν σήμα και όνομα το σύμβολο που απεικονιζόταν στη σημαία της χώρας.
Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν ότι ο αθλητισμός σχεδιάσθηκε και οργανώθηκε με καθαρά πολιτικό στόχο: τη δημιουργία γιουγκοσλαβικής εθνικής ταυτότητας μεταξύ των έξι διαφορετικών εθνικοτήτων που αποτελούσαν τη νέα χώρα. Ο Τίτο και το επιτελείο του πίστευαν ότι η ενασχόληση με τον αθλητισμό και οι διεθνείς διακρίσεις γιουγκοσλάβων αθλητών και ομάδων θα σφυρηλατούσαν μια νέα εθνική ταυτότητα και θα βοηθούσαν όσο τίποτε άλλο στην ενίσχυση της ενότητας μιας κρατικής οντότητας που γεννήθηκε μόλις το 1944.
Ο αθλητισμός και οι διακρίσεις έγιναν προτεραιότητα για το καθεστώς. Παρότι η Γιουγκοσλαβία ήταν φτωχή χώρα, δημιουργήθηκαν αθλητικοί χώροι και εγκαταστάσεις παντού, προσελήφθησαν προπονητές και βοηθητικό προσωπικό και η νεολαία ενθαρρύνθηκε να αθλείται και να στοχεύει στον πρωταθλητισμό. Οι επιτυχίες ισοδυναμούσαν με νίκες του καθεστώτος και του γιουγκοσλαβικού λαού.
Το τι σήμαινε αυτό πρακτικά φάνηκε από πολύ νωρίς. Μέχρι τη διάλυσή της, το 1992, η Γιουγκοσλαβία κέρδισε 87 μετάλλια σε θερινούς και χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, κάτι που δείχνει καθαρά την έμφαση που έδινε το καθεστώς σε διεθνείς αθλητικές διακρίσεις. Από αυτά, τα 83 (26 χρυσά, 29 αργυρά και 28 χάλκινα) ήταν σε θερινούς Ολυμπιακούς.
Αυτή η συγκομιδή μεταλλίων ήταν δυσανάλογη με τις δυνατότητες της χώρας και απεικόνιζε την υπερβολική έμφαση που έδινε το καθεστώς του Τίτο στον αθλητισμό. Σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία του ΟΗΕ, το 1971, το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα της Γιουγκοσλαβίας (σε σταθερές τιμές και σε ισοτιμία δολαρίου του 1990) ήταν μόλις 765 δολάρια, ακριβώς το μισό από το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα της Ελλάδος (1.541 δολάρια). Μια χώρα που ήταν, όπως και να το δει κανείς, πολύ φτωχή, κέρδιζε 87 μετάλλια σε 10 Ολυμπιακούς αγώνες (1952-88), δηλαδή, σταθερά, περίπου 9 κάθε τέσσερα χρόνια. Ιδού η σημασία που είχε ο αθλητισμός και οι διεθνείς διακρίσεις για το καθεστώς Τίτο.
Η υστέρηση του ποδοσφαίρου
Η έμφαση σε διεθνείς αθλητικές επιτυχίες εκφράστηκε κυρίως στο μπάσκετ, στην κολύμβηση, το πόλο και τα χειμερινά αθλήματα. Όμως, όπως είναι φυσικό, το κύριο βάρος δόθηκε στο ποδόσφαιρο, τον βασιλιά των ομαδικών αθλημάτων.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952 στο Ελσίνκι, η Γιουγκοσλαβία νίκησε στα προημιτελικά 3-1 και απέκλεισε από το τουρνουά ποδοσφαίρου την ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης. Το ματς εκείνο ήταν μια από τις κορυφαίες στιγμές της μεταπολεμικής ιστορίας της χώρας γιατί διεξήχθη σε περίοδο μεγάλης έντασης μεταξύ των καθεστώτων του Τίτο και του Στάλιν και χρησιμοποιήθηκε από το Βελιγράδι για να συσπειρώσει τον λαό υπό την ηγεσία του.
Η σημασία εκείνης της νίκης της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο εάν αναλογιστεί κανείς ότι αποτέλεσε μια από τις πιο αξέχαστες σκηνές της ταινίας Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές του Εμίρ Κουστουρίτσα (1985). Η ταινία αυτή αρχίζει με ένα αθλητικό γεγονός: γυμναστικές επιδείξεις σε δημοτικό σχολείο του Σεράγεβο.
Όμως, παρά την έμφαση που έδινε και τους πόρους που αφιέρωνε στο ποδόσφαιρο το καθεστώς Τίτο, οι ομάδες της χώρας, τα χρόνια πριν και μετά τον τελικό του 1971, κινήθηκαν στη μετριότητα και δεν κατάφεραν να διακριθούν ιδιαίτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Συγκεκριμένα:
Το 1966-67, στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Βοϊβοντίνα αποκλείστηκε στα προημιτελικά από τη Σέλτικ και στο Κύπελλο Κυπελλούχων η OFK Βελιγραδίου αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο από τη Σπάρτακ Μόσχας.
Το 1967-68, στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Σεράγεβο αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και στο Κύπελλο Κυπελλούχων η Χάιντουκ Σπλιτ αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο από την Τότεναμ.
Το 1968-69, στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο Ερυθρός Αστέρας αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο από τη Σέλτικ και στο Κύπελλο Κυπελλούχων η ΦΚ Μπορ αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο από τη Σλόβαν Μπρατισλάβας.
Το 1969-70, στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο Ερυθρός Αστέρας αποκλείστηκε πάλι στον δεύτερο γύρο από τη ανατολικογερμανική Φόρφερτς Βερολίνου και στο Κύπελλο Κυπελλούχων η Ντυναμό Ζάγκρεμπ αποκλείστηκε στα προημιτελικά από τη Σάλκε 04.
Το 1970-71, στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο Ερυθρός Αστέρας αποκλείστηκε στα ημιτελικά από τον Παναθηναϊκό και στο Κύπελλο Κυπελλούχων η Ολύμπια Λιουμπλιάνα αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο από την Μπενφίκα.
Το 1971-72, στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Χάιντουκ Σπλιτ αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο από τη Βαλένθια και στο Κύπελλο Κυπελλούχων ο Ερυθρός Αστέρας αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο από την άσημη ουγγρική Κομλόι Μπανιάζ.
Το 1972-73, στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Ζελιέζνικαρ αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο από την Ντέρμπι Κάουντι και στο Κύπελλο Κυπελλούχων η Χάιντουκ Σπλιτ αποκλείστηκε στα ημιτελικά από την αγγλική Ληντς Γιουνάιτεντ.
Είναι σαφές από την ιστορία αυτή των συμμετοχών γιουγκοσλαβικών ομάδων στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις ττα χρόνια αμέσως πριν και μετά τον τελικό του Γουέμπλεϊ ότι η ήττα του Ερυθρού Αστέρα στη Λεωφόρο δεν ήταν έκπληξη. Με βάση την ιστορία αυτή, έκπληξη θα ήταν εάν προκρινόταν κόντρα στον Παναθηναϊκό, αφού θα ήταν η πρώτη φορά που γιουγκοσλαβική ομάδα θα προκρινόταν σε τελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης. Όπως ήταν η πρώτη φορά που προκρίθηκε ελληνική ομάδα.
Αυτά όσον αφορά τους συλλόγους.
Όσον αφορά την Εθνική Γιουγκοσλαβίας, συμμετείχε στο Μουντιάλ του 1962, στη Χιλή, όπου απέκλεισε τη Γερμανία στα προημιτελικά και έχασε στον ημιτελικό από την Τσεχοσλοβακία. Η επόμενη εμφάνιση της σε Μουντιάλ ήταν το 1974, στη Γερμανία, όπου προκρίθηκε πρώτη στον όμιλο της (με 2η τη Βραζιλία), αλλά στη δεύτερη φάση των ομίλων τερμάτισε τελευταία, με μηδέν βαθμούς, και αποκλείστηκε. Στα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα (Euro), το πρώτο ταξίδι της Γιουγκοσλαβίας ήταν το 1976, όταν έφτασε στα ημιτελικά και αποκλείστηκε από τη Γερμανία.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα χρόνια αυτά που το γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο προσπαθούσε να διακριθεί χωρίς επιτυχία, ο υπόλοιπος γιουγκοσλαβικός αθλητισμός σημείωνε επιτεύγματα δυσανάλογα με το μέγεθος και τις δυνατότητες της χώρας. Άρα, δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το καθεστώς επιθυμούσε διακαώς να πετύχει κάποια σημαντική διεθνή διάκριση στο χώρο του ποδοσφαίρου και η πρόκριση του Ερυθρού Αστέρα στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, τον Απρίλιο 1971, θα μπορούσε να ήταν η εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας.
Η ιδέα ότι η ομάδα της Νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας θα έχανε την ευκαιρία να παρατάξει την ενδεκάδα της στο Γουέμπλεϊ, με θεατές όλη την Ευρώπη, σε αντάλλαγμα για μερικές χιλιάδες δολάρια από την πρωταθλήτρια μιας χώρας με την οποία το Βελιγράδι βρισκόταν σε ιδεολογική και γεωπολιτική κόντρα είναι, το λιγότερο, αστεία.
Όπως αστείο είναι να σκεφτεί κανείς ότι η Παρτιζάν ή η Χάιντουκ ή η Βοϊβοντίνα θα κάθονταν με σταυρωμένα χέρια και κλειστά στόματα εάν υπήρχε έστω και η υπόνοια ότι ο Ερυθρός Αστέρας «έδωσε» το ματς στον Παναθηναϊκό για «μια χούφτα δολάρια». Ή ότι οι μυστικές υπηρεσίες της Γιουγκοσλαβίας δεν θα μυρίζονταν ότι έγινε κάτι τέτοιο και την επόμενη μέρα δεν θα εκτοπίζονταν σε κολαστήρια οι διοικητικοί υπεύθυνοι του Ερυθρού Αστέρα.
Για τους παραπάνω λόγους είναι αδύνατον να προκρίθηκε ο Παναθηναϊκός στον τελικό του Γουέμπλεϊ με βρώμικα μέσα. Για πολλά μπορεί να κατηγορήσει κανείς τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης προ του 1989, αλλά όχι για διαφθορά σε τέτοιο επίπεδο και σε περιπτώσεις τόσο υψηλής δημοσιότητας και εθνικού ενδιαφέροντος.
Όμως, ο αστικός μύθος στην Ελλάδα αρνείται να πεθάνει. Είναι κι αυτό ένα από τα παραμύθια που συντηρεί τις εθνικές μας φαντασιώσεις. Όπως αυτό των εκλογών «βίας και νοθείας» του Οκτωβρίου 1961, της χρονιάς που η ελληνική οικονομία είχε τον ταχύτερο ρυθμό μεγέθυνσης της ιστορίας της (13,2%), τον προηγούμενο χρόνο είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της η Κύπρος, ενώ η αντιπολίτευση (η Ένωση Κέντρου) σχηματίσθηκε ως κόμμα μόλις ένα μήνα προ των εκλογών, οι οποίες έγιναν από υπηρεσιακή κυβέρνηση που αποτελείτο από αυλικούς οι οποίοι μισούσαν τον Καραμανλή.
Με άλλα λόγια, όπως και στην περίπτωση των ασυναρτησιών της Δέσποινας Παπαδοπούλου, ό,τι να ’ναι.

Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
Το 3-0 του Αριστείδη Καμάρα.