Το μυθιστόρημα του Μπροχ εκτυλίσσεται κατά τις τελευταίες ώρες της ζωής τού μεγάλου Ρωμαίου ποιητή το 19 π.Χ. Η εστίαση είναι εσωτερική, ακούμε κατ’ ουσίαν έναν εσωτερικό μονόλογο, τη ροή της συνείδησης του ετοιμοθάνατου Βιργιλίου. Έχει μόλις επιστρέψει, βαριά άρρωστος, απ’ την Ελλάδα στην Ιταλία, ακολουθώντας τον παντοδύναμο προστάτη του Οκταβιανό. Η επιθανάτια αγωνία κάνει τον Βιργίλιο ν’ αναστοχάζεται πυρετωδώς όλη του τη ζωή και ταυτόχρονα την ιστορία, την εξουσία, το νόημα της τέχνης. Στον Θάνατο του Βιργιλίου, ο Μπροχ επιχειρεί να μιλήσει για τα πάντα, όμοια όπως στο πρότυπό του, τη Θεία Κωμωδία, ο Δάντης επιχειρούσε να μιλήσει για τα πάντα σε μια εξίσου ταραγμένη και αβέβαιη εποχή. Ήδη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο Βιργίλιος μοιάζει να κατέρχεται στην κόλαση. Όπως ακριβώς ο ήρωας της Θείας Κωμωδίας, που κι εκείνος είχε οδηγό του τον Βιργίλιο.
Κι εδώ λοιπόν, όπου το ένα σπίτι μετά το άλλο εξαπέλυε από το ανοιχτό στόμα της θύρας του μια κτηνώδη δυσωδία ζωικών εκκριμάτων, εδώ, σ’ αυτόν τον υγρό, κατοικημένο υπόνομο που διέσχιζαν, κι εκείνος ήταν πάνω στο φορείο, κι έτσι μπορούσε, ήταν αναγκασμένος να κοιτάζει μέσα στις φτωχικές κάμαρες και τον χτυπούσαν οι κατάρες που του πετούσαν κατάμουτρα οι γυναίκες, οργισμένες και δίχως να σκέφτονται, τον χτυπούσε το κλάμα των ασθενικών βρεφών που ήταν πλαγιασμένα πάνω σε κουρέλια και ρετάλια, και δεν έλειπαν από πουθενά, τον χτυπούσε η βρόμα από τα καπνισμένα σανίδια που είχαν στερεωθεί σαν μπαλώματα στους ραγισμένους τοίχους, τον χτυπούσε η μπαγιάτικη μυρωδιά που αναδινόταν από τις εστίες του μαγειρέματος και από τα λιγδερά, από τα παλιά λιγδιασμένα σιδερένια τσουκάλια τους, τον χτυπούσε η φρικιαστική εικόνα των σχεδόν γδυτών γερόντων που έμοιαζαν με μούμιες.[1]
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της νέας αυτής μετάφρασης του μπροχιανού έργου με την παλαιότερη, επίσης σημαντική, του Γιώργου Κεντρωτή. Σε αντίθεση μ’ εκείνον, η Αυγερινού μεταφράζει σε στρωτή γλώσσα, αποδίδοντας με σχετική απλότητα και ακρίβεια το πρωτότυπο. Το κείμενο του Μπροχ είναι πολύ πυκνό και ρυθμικό, και μόνο με τον μεταφραστικό τρόπο της Αυγερινού είναι δυνατόν να το παρακολουθήσει ο αναγνώστης, καταβάλλοντας μάλιστα μεγάλο κόπο. Αντίθετα, με τον μεταφραστικό τρόπο του Κεντρωτή, θαυμαστό ασφαλώς ως επίτευγμα ύφους, ο αναγνώστης αδυνατεί να παρακολουθήσει τη ροή του κειμένου. Ο Κεντρωτής προτιμά δύσκολες και σπάνιες λέξεις και νεολογισμούς, όπως επίσης περίτεχνες κι εξεζητημένες συντάξεις, που κάνουν ακόμα πιο δυσανάγνωστο το πρωτογενώς δυσανάγνωστο κείμενο. Παραθέτουμε εδώ, προς χάριν της σύγκρισης δύο εξίσου καλών αλλά εντελώς διαφορετικών στην τεχνική τους μεταφράσεων, το παραπάνω απόσπασμα μεταφρασμένο απ’ τον Κεντρωτή:
Σ’ αυτό εδώ ακριβώς το σημείο, όπου το ένα πίσ’ απ’ τ’ άλλο τα σπίτια αφήνανε απ’ τ’ ανοιχτά ρύγχη των πορτών τους μια ζωώδικια σκατίσια μπόχα, σ’ αυτό εδώ το χαλασμένο απ’ τους κακούς καιρούς κανάλι με τα σπίτια, μέσ’ απ’ το οποίο τον –κρατώντας τον ψηλά– μετέφεραν με το φορείο οι δούλοι, έτσι ώστε να μπορεί κι έτσι ώστε να πρέπει σώνει και καλά να βλέπει από την –εκεί ψηλά– θέση του μες στα φτωχικά δωμάτια, εδώ ακριβώς συναπαντήθηκε με τις οργισμένες, με τις ανόητες κατάρες που του εκτόξευαν κατάμουτρα οι γυναίκες, εδώ ανταμώθηκε με την ενοχλητική γκρίνια των αρρωστιάρικων μωρών που τα ’χαν φασκιωμένα με κουρέλια και παλιόπανα και που δεν έλειπαν από πουθενά, εδώ συναντήθηκε με τον καπνό απ’ τα πευκόδαδα που ’ταν στερεωμένα στους ραγισμένους τοίχους, εδώ συναντήθηκε με την αχνιδένια ανοστιά που εκτόξευαν οι κουζίνες και τα βρομερά, όλο λίπη σιδερένια τους τηγάνια, εδώ συναντήθηκε με το αποτρόπαιο θέαμα των σχεδόν γδυμνών γέρων.[2]
[1] Hermann Broch, Ο θάνατος του Βιργιλίου, μτφρ. Σοφία Αυγερινού, Έρμα, Αθήνα 2025, σ. 46.
[2] Herman Broch, Βιργιλίου Θάνατος, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, Gutenberg, Αθήνα 2000, σ. 53-54.