Σύνδεση συνδρομητών

Σαντιλεβάντο Σαντιγιέ

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2025 13:01

Άννα Δάρδα-Ιορδανίδου, Τρανσαλόνικα. Νουάρ Νουβέλα, Καστανιώτη, Αθήνα 2024, 128 σελ.

«Μια μοδίστρα κουβαλάει ένα κρίμα. Ένας νταλικέρης αναρωτιέται πώς ξεκινούν οι ιστορίες. Ένας νονός τιμωρεί τους υπονομευτές της εξουσίας του. Ένας καπνέμπορος ξεκινά νέες επιχειρήσεις. Μια ηθοποιός μπλέκει σε μια αγάπη. Και άλλοι που οι ζωές τους διασταυρώνονται κι αλλάζουν ρότα. Στη Θεσσαλονίκη. Μια νύχτα με ομίχλη». Μια νουάρ νουβέλα αρχίζει με τις καλύτερες προθέσεις στη Θεσσαλονίκη. Τι ρόλο θα παίξει η πόλη στην εξέλιξή της – και στις αφηγηματικές επιλογές; Και τι σημαίνει το «Σαντιλεβάντο Σαντιγιέ» του τίτλου; [ΤΒJ]

Φθίνοντος του Μεσαίωνος εξερράγη στην Αγγλία δυναστική διαμάχη ανάμεσα στον οίκο της Λαγκαστρίας με έμβλημα ρόδο ερυθρό και τον οίκο της Υόρκης με έμβλημα ρόδο λευκό. Νικητής του τριακονταετούς πολέμου (1455-1485) ανεδείχθη ο Ερρίκος Ζ΄ Τυδώρ, ο οποίος ενυμφεύθη την πριγκίπισσα Ελισάβετ της Υόρκης και συνένωσε τα δύο ρόδα στο ερυθρόλευκο έμβλημα των Τυδώρ. Γιος και διάδοχος του Ερρίκου Ζ΄ ήταν ο καθ’ έξιν συζυγοκτόνος, αλλά και ένθερμος θιασώτης των κλασικών σπουδών Ερρίκος Θ΄ (1509-1544). Η αιματηρή διαμάχη κατεχωρίσθη στις Δέλτους της Ιστορίας ως «Πόλεμος των δύο ρόδων». Τόσο ισχυρή είναι η επιβολή και η έλξη που ασκούν στο κοινό σημεία ακουστικά και οπτικά, εμβλήματα και σύμβολα είτε δυναστειών είτε και ποδοσφαιρικών ομάδων.

Την τελευταία εικοσαετία του 20ού αιώνα, το Γλωσσολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου του Λάγκαστερ βρισκόταν στην πρωτοπορία της γλωσσολογικής έρευνας. Στην ενίσχυση του δυναμισμού και του κύρους του συνέβαλαν τα μέγιστα οι διεπιστημονικές διακλαδώσεις και συνέργειές του, ιδιαίτερα η οξφορδιανής προέλευσης Αναλυτική Φιλοσοφία και οι πολιτισμικές σπουδές, περιβαλλόμενες από τότε με τον γνόφο της αοριστίας. Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα, η Άννα Δάρδα-Ιορδανίδου εξεπόνησε την περισπούδαστη διδακτορική διατριβή της με τον τίτλο Read me the Old News. A study of discourse practice (1990). Οι δύσληπτες για τους αμύητους θεωρίες που αναπτύσσονται στο πρώτο μέρος της μελέτης σαφηνίζονται και εφαρμόζονται στο δεύτερο, το οποίον αφιερώνεται στην ονυχιστική διερεύνηση μιας ειδησούλας από το αστυνομικό δελτίο των εφημερίδων της εποχής.

Αποφασιστική σημασία για τη γλωσσολογική έρευνα τότε είχε το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ορισμένοι κλάδοι της γλωσσολογίας πρωταγωνίστησαν σε κρίσιμες περιστάσεις του αγώνα και των δύο αντιμαχομένων. Η λαοπλάνος προπαγάνδα και η αχαλίνωτη ρητορική του μίσους ενισχυμένη από την θεατρικότητα, τις οποίες απογείωσαν οι ναζί, στηρίζονταν και στην παραδοσιακή γερμανική Textkritik που εφάρμοζαν αδυσώπητα οι σχολαστικοί γερμανοί φιλόλογοι στα κλασικά κείμενα. Η αγγλική αγχίνοια και υπομονή που είχαν σφυρηλατηθεί στα αγγλικά Κολλέγια με τον πρωινό καταιωνισμό μάλα ψυχρού ύδατος και την απομνημόνευση των ιδιοτυπιών και εξαιρέσεων ανώμαλων ρημάτων της αρχαίας ελληνικής βρήκαν πεδίον δόξης λαμπρό στην αποκρυπτογράφηση συνθηματικών κειμένων και κρυπτογραφικών κωδίκων. Έτσι ο κλασικός φιλόλογος John Chadwick, ο οποίος αργότερα συνεργάστηκε με τον M. Ventis στην αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β΄, είχε ασχοληθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του στο πολεμικό ναυτικό με την αποκωδικοποίηση μηνυμάτων επιχειρησιακού ενδιαφέροντος. Ο ιδιοσυγκρασιακός φιλόσοφος J. L. Austin, ο συγγραφέας του How to Do Things with Words (1961) όπου θεμελιώνεται η θεωρία των Γλωσσικών Πράξεων, είχε υπηρετήσει κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στη διαβόητη MIS.

Το θέμα της διατριβής λοιπόν για τον αυταρχικό και εξουσιαστικό λόγο, τα κατασκοπευτικά κινηματογραφικά έργα του Ψυχρού Πολέμου, το ζοφερό πολιτικό κλίμα της δεκαετίας 1980-90 με τη Σιδηρά Κυρία να επιτίθεται ανηλεώς στους ανθρακωρύχους, στα Πανεπιστήμια και στις φεμινιστικές οργανώσεις, η συμπάθεια στο nouveau roman (σημειωθήτω ότι ο Αλαίν Ρομπ-Γκρυγιέ είχε διδάξει ένα διάστημα στο Γαλλικό Ινστιτούτο στη Θεσσαλονίκη και είχε σχετισθεί φιλικά με τον Ν. Γ. Πεντζίκη), αλλά πρωτίστως η κλίση προς τη μυθοπλασία, παρέσυραν την Άννα Δάρδα στη θεραπεία της συναρπαστικής εκείνης λογοτεχνίας που ασχολείται μεν με την παραβατικότητα και τις παραφυάδες της, αλλά η σκοποθεσία της είναι κατ’ ουσίαν πολιτικοκοινωνική. Πρόκειται επομένως για «Γραφή με θέση» που απεχθάνεται τους πανηγυρικούς τόνους, τις κούφιες μεγαλοστομίες, την πατριδοκαπηλία και τους υδαρούς συναισθηματισμούς.

Καλοπροαίρετοι συνομιλητές θα συμφωνούσαν ότι, με βάση το πνεύμα της κάθε εποχής, ειλικρινείς κοσμοπολίτες υπήρξαν ο ομηρικός Οδυσσέας, ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης, ο Μέγας Αλέξανδρος, οι Στωικοί, ο Απόστολος Παύλος, οι Θεσσαλονικείς Κύριλλος και Μεθόδιος, ο Εμμάνουελ Καντ, ο Καζανόβας, ο Ρήγας Φεραίος και πολλοί άλλοι, κυρίως ήρωες μυθιστορημάτων. Στην εποχή μας ο όρος εξελίχθηκε σε μέση λέξη (media vox) που με θετικό πρόσημο υποδηλώνει την αγωνιώδη προσπάθεια να επικρατήσουν στη διεθνή κοινότητα, το «Μεγάλο χωριό», η ειρήνη, η ανεκτικότητα, η συνδιαλλαγή και η αλληλοκατανόηση, χωρίς ωστόσο να καταργηθεί το κράτος. Πρόμαχοι αυτού του ουμανιστικού κοσμοπολιτισμού θεωρούνται διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ και ο ΟΟΣΑ, αλλά και οργανώσεις όπως οι Γιατροί χωρίς Σύνορα, η Διεθνής Αμνηστία κ.ά. Το 1994, το προκλητικό κάπως δοκίμιο της αμερικανίδας φιλοσόφου M. C. Nussbaum, Πατριωτισμός και κοσμοπολιτισμός, που προωθούσε την ιδέα ενός φιλοσοφικού και παιδευτικού κοσμοπολιτισμού, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, που κλιμακώθηκαν από τη μετριοπάθεια («Και πατριωτισμός και κοσμοπολιτισμός») ώς την απόλυτη άρνηση: «Ούτε πατριωτισμός ούτε κοσμοπολιτισμός». Η Gertrude Himmelfarb, μάλιστα, στο άρθρο της «Οι ψευδαισθήσεις του κοσμοπολιτισμού», συνοψίζει εύστοχα τις αντιρρήσεις της: «Υπεράνω όλων όμως αυτό που συσκοτίζει ο κοσμοπολιτισμός και επί πλέον αρνείται είναι τα δεδομένα της ζωής: oι γονείς, οι πρόγονοι, η οικογένεια, η φυλή, η θρησκεία, η κληρονομιά, η ιστορία, ο πολιτισμός, η παράδοση, η κοινότητα και η εθνική ταυτότητα». (Τα κείμενα της Nussbaun, της Himmelfarb και άλλων διανοουμένων στο: Martha C. Nussbaum, Υπέρ Πατρίδος. Πατριωτισμός ή κοσμοπολιτισμός, μτφρ. Α. Τσοτσορού, Ε. Μύστακας, εκδ. Scripta, 1999). Στο μεταξύ, παρά τις ενστάσεις και την αντίδραση των κατηγόρων, που προσάπτουν στον κοσμοπολιτισμό αδίστακτο ηθικό σχετικισμό και φιλαυτία, η παγκοσμιοποίηση, μια μοχθηρή επινόηση του ύστερου καπιταλισμού, ενισχύει το ισχνό ιδεολογικό της οπλοστάσιο με επιχειρήματα που υφαρπάζει (και διαστρεβλώνει) από το πλούσιο απόθεμα των ανθρωπιστικών ιδεωδών του κοσμοπολιτισμού.

 

Στη Θεσσαλονίκη

Πολυπολιτισμικό χαρακτήρα είχε η Θεσσαλονίκη ήδη από την εποχή της ρωμαιοκρατίας, αλλά η κοσμοπολίτικη νοοτροπία εμφανίζεται με την εγκατάσταση των Εβραίων Σεφαραδείμ (1492) και εδραιώνεται κατά κάποιον τρόπο προς τα μέσα του 19ου αιώνα ως φραγκολεβαντινισμός, ο οποίος δημιουργεί ένα ευρύ πλαίσιο και μια αντίληψη ζωής όπου η επιδίωξη του κέρδους, η ευελιξία, η διπλοπροσωπία έστω, και βέβαια «οι στοχαστικές προσαρμογές» επιτρέπουν την αδιανόητη σε άλλες περιοχές συνύπαρξη κοσμοπολιτισμού και εθνικισμού. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η συμβίωση ατόμων που πίστευαν σε διαφορετικές θρησκείες, μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και ασπάζονταν ιδεώδη τεσσάρων τουλάχιστον εθνοτικών εθνικισμών δεν ήταν ευχερώς διαχειρίσιμη. Έτσι, κατά «τον αιώνα των άκρων», η βία σε διάφορες μορφές, με αποκορύφωση το Ολοκαύτωμα (1943) των Ελλήνων Εβραίων, έλαβε τουλάχιστον κατά το πρώτο ήμισυ διαστάσεις επιδημίας. Ο Αντώνης Λιάκος, στην επιβλητική επισκόπησή του Ο Ελληνικός 20ός αιώνας, θεώρησε αναγκαίο να αφιερώσει μια ενότητα, «Κράτη εναντίον πληθυσμών», στη βία με άξονα τον πόλεμο, και στη βία ως μέσο διαχείρισης των πληθυσμών.

Ο υβριδικός νεολογισμός που έχει τεθεί ως τίτλος της νουβέλας Τρανσαλόνικα παραπέμπει υποθέτω στον όρο Transculturation που επινόησε η Mary Louise Pratt (Imperial Eyes: Travel Writing and Transculturation, 1992) για να δηλώσει τις ζώνες εκείνες επαφής όπου, κυρίως μέσω του εμπορίου και του μαζικού τουρισμού, ανταλλάσσονται ιδέες, επιδράσεις, νοοτροπίες και πρακτικές μεταξύ εθνοτικών ομάδων ή και λαών. Aν μετριάσουμε λοιπόν τις απαιτήσεις μας και δεχθούμε ότι και η Θεσσαλονίκη συμπεριλαμβάνεται στη «χωροχρονική αποστασιοποίηση», ένα χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης κατά τον Άντονι Γκίντενς, τότε μπορούμε να απολαύσουμε τα τεχνάσματα, την ευρηματικότητα και την ειρωνεία που ανιχνεύονται στα «σημαίνοντα ονόματα» των χαρακτήρων και παραπέμπουν στο κοσμοπολίτικο παρελθόν της πόλης. Ο αριθμός τους μάλιστα είναι τόσο μεγάλος που καχύποπτοι γέροντες θα υποψιάζονται τη νουβέλα ως ένα επικίνδυνο roman à clef.

Πρωταγωνιστής λοιπόν στα διαδραματιζόμενα της νουβέλας είναι η πόλη της Θεσσαλονίκης με το πολυτραυματικό της παρελθόν, τις δυσχέρειες του παρόντος, το λιγοστό της πράσινο και με το ολέθριο για την τρίτη ηλικία κλίμα που την καθιστά εφάμιλλη της αρχαίας Άσκρας, της θετής μητέρας του Ησιόδου, ο οποίος, δύστροπο γερόντιο πια, αναγκάστηκε να ομολογήσει στο Έργα και Ημέραι, ότι η οϊζυρή αυτή κώμη ήταν χεῖμα κακή, θέρει ἀργαλέη, οὐδέ ποτ’ ἐσθλή. Κι ακόμη με τους ντεμέκ προσδιορισμούς από τους οποίους ο υποκριτικότερος είναι ασφαλώς ο κατέχων σχεδόν θέση μετωνυμίας: «Η Συμπρωτεύουσα». Και τέλος τον Genius loci, τον προστάτη ήρωα αρχικά και αργότερα τον πολιούχο Άγιο, τον μεγάλο μάρτυρα Δημήτριο. Το «Πνεύμα του τόπου», όμως, δορυφορείται από ιδιότητες ήκιστα κολακευτικές, όπως η εσωστρέφεια, η μέχρι δεισιδαιμονίας θεοσέβεια και βέβαια η φιλαργυρία, την οποία ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, τον τοποτηρητή του στη Θεσσαλονίκη, θεωρεί ως ρίζα πάντων κακών (6, 10).

Ως δευτεραγωνιστές εκλαμβάνω τα δύο θύματα, γιατί ο θάνατος και μάλιστα ο βίαιος είναι, κατά την κρίση του θεού Διονύσου, του υπέρτατου κριτικού της λογοτεχνίας στους Βατράχους του Αριστοφάνη (στ. 1395 κ.ε.), βαρύσταθμον κακόν. Βεβαίως και τα δύο θύματα στάθηκαν στη ζωή τους εξώλεις και προώλεις, αλλά με την ελευθερία που παρέχουν ακόμη και στον ανεπαρκή αναγνώστη οι καινοφανείς «Αναγνωστικές θεωρίες» αποτολμώ και εγώ να ομολογήσω ότι και ο Φέλιξ Δούκας, ο «βασιλιάς του λιμένος», και η Μαρίκα Γαζή κέρδισαν τη συμπάθειά μου. Ο πρώτος επειδή ήταν προικισμένος με την κατεξοχήν θεσσαλονικιώτικη αρετή, τη γενναιοδωρία, το κιμπαριλίκι. Η Μαρίκα, πάλι, μου θύμισε συνειρμικά την κυρία Μαρίκα, που ήταν και αυτή μοδίστρα και γειτόνισσά μου στο Ηράκλειο προς το τέλος των γυμνασιακών μου σπουδών. Γενναιόδωρη και αυτή, μια σπάνια αρετή σε ώριμες γυναίκες, και στοργική, μου έδωσε το ελεύθερο να μπαινοβγαίνω στο ατελιέ της, όπου μπορούσα να μελετώ το Ρομάντσο και τον Θησαυρό, να ξεφυλλίζω γαλλικά περιοδικά μόδας με τολμηρές για την εποχή εκείνη φωτογραφίες και να απολαμβάνω στρογγυλούτσικα γλυκά, τα οποία αποκαλούσε petites Madeleines. Δεν ήξερε γαλλικά η Μαρίκα. Πού άλλωστε να τα διδαχθεί; φτωχή κοπέλα ήτανε από τα Καπετανιανά στον πάτο της Μεσσαράς. Αλλά η επαγγελματική της ευσυνειδησία, η φιλοπονία και το πανδέγμον αυτί της είχαν επιτρέψει να απομνημονεύσει την ορολογία της μόδας, της γυναικείας κοκεταρίας και γενικότερα της αισθητικής κρίσης. Έτσι ακούγοντάς την έμαθα και εγώ λέξεις και εκφράσεις και κλισέ που αγνοούσα παντελώς, όπως veraman, porte-manteau, dessus, peignoir, déjà vu και après le crime, όπως αποκαλούσε (υπαινισσόμενη τα εγκλήματα πάθους) το βαθύ κόκκινο χρώμα ενδυμάτων και νυχιών.

Μια άλλη συλλογικότητα συγκροτούν οι αστοί, που άλλοτε ως «Χρυσή Νεολαία» (jeunesse dorée) μιας μερίδας από την haute bourgeoisie είχαν απολαύσει προνόμια, διακρίσεις, ανεμελιά, όλα εκείνα που προσφέρει δαψιλώς η συσσώρευση κοινωνικού και οικονομικού κεφαλαίου στους τυχερούς και στους τυχάρπαστους.

Τα τελευταία όμως χρόνια, μεσοκαιρίτες πια ή και επί γήρατος ουδώ βλέπουν με απόγνωση να απειλούνται από το φάσμα του κοινωνικού υποβιβασμού. Με πόνο ψυχής ο Κ. Π. Καβάφης, που γνώριζε από αυτές τις μοιραίες διακυμάνσεις της αλλοπρόσαλλης αγοράς, διεκτραγωδεί τα δεινά που ακολουθούν μια χρεοκοπία.

Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει

Τι δύσκολο να μάθει της πενίας

Τη νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους

                                    (Κρυμμένα ποιήματα)

Το πιο οδυνηρό ωστόσο είναι ότι οι κατιόντες πρώτου βαθμού, γιοι και κόρες, βρίσκονται ήδη στα περίχωρα του πρεκαριάτου (ο νεολογισμός από το precarious: ακροσφαλής) και μια ακόμη λανθασμένη κίνηση, επί παραδείγματι ένα crime without victim (τζόγος, ουσίες, ποτό, μοιχεία), ένας απερίσκεπτος έρωτας, ένα έγκλημα λευκού περιλαιμίου αρκεί για να βυθίσει τον άφρονα στον εφιαλτικό κόσμο της ανυποληψίας, τον οποίο όλο και διευρύνει η αρνητική κοινωνική κινητικότητα. Δεν ταράζουν μόνο αυτά τον νοήμονα αστό. Λησμονημένες ερωτικές εκκρεμότητες, «παλαιού ουρανού ερείπια» αναβιώνουν και αναρριπίζουν τα ανορθολογικά πάθη της όψιμης ζήλειας και της εκδίκησης. Αυτά τα δύο δυσήνια πάθη ενδέχεται να οδηγήσουν  ακόμη και στο έγκλημα, αν όχι στη συναυτουργία ή στην άμεση συνέργεια, αλλά οπωσδήποτε στην ηθική αυτουργία. Και σαν να μην έφταναν τα ολισθήματα και οι παιδαριωδίες, το ιδεολογικό χάσμα ανάμεσα στον παραδοσιακό συνετό συντηρητικό αστό και τον κυνικό και άπληστο νεοφιλελεύθερο όλο και διευρύνεται. Το επιστέγασμα: ο γάμος, «ο κυριότερος θεσμός της πατριαρχίας» κλονίζεται, όπως φαίνεται από την καθημερινή κοινωνική εμπειρία και τη συγγένεια γυναικείας γραφής και αστυνομικής λογοτεχνίας. Οι γυναίκες στη φεμινιστική λογοτεχνία είναι πια ιταμές, ανυποχώρητες, βίαιες – ανδρόβουλες σαν την Κλυταιμνήστρα.

Ο αθλητής (άνθρωπος, ίππος, αλεκτρυών, μάρτυρας της πίστεως κ.ά.) απαιτεί την ενθάρρυνση από τον προπονητή του, τον αλείπτη του, τον παράγοντα της ομάδας και προπάντων τον φανατικό, τον αταλάντευτο φίλαθλο. Ο αρματηλάτης Αντίλοχος στα Άθλα επί Πατρόκλω της Ιλιάδας ενθαρρύνει τους ίππους του με την προσταγή σε δυϊκό αριθμό έμβητον: (μπείτε, εμπρός) και πανομοιοτύπως με το ίδιο ρήμα ο γαύρος από τις κερκίδες ωρυόταν με στεντόρεια φωνή «Έμπαινε, Γιούτσο, έμπαινε...». Με λάβαρα λοιπόν, με χειρονομίες, ενίοτε άσεμνες, με ροκάνες, με συνθήματα και φωνασκίες, ο Φίλαθλος εκδήλωνε συμβολικώς την αμέριστη συμπαράστασή του στην ομάδα του. Ο νεαρός ιδίως οπαδός, άνεργος ή υποαπασχολούμενος ή πενιχρά αμειβόμενος, επιθυμεί διακαώς να ανήκει σε μια συλλογικότητα, την οποία συγκροτούν οι συνηλικιώτες του, οι γείτονες, οι φίλοι, οι όμοιοί του γενικότερα. Ο δυναμικός του ενθουσιασμός άλλωστε μπορεί να θεωρηθεί και ως «διαβατήρια τελετή» που επιβεβαιώνει τον ανδρισμό, την αρρενωπότητά του, την οποία οι ποικιλώνυμοι διανοούμενοι ακτιβιστές ή και ακραίες φεμινίστριες εκφαυλίζουν με σλόγκαν του τύπου: «αρρενωπότητα – αρρενοτίποτα!». Το περίπλοκο πρόβλημα του χουλιγκανισμού πραγματεύτηκε υποδειγματικά στη διατριβή του ένας φίλος, ο Αντώνης Αστρινάκης, που έφυγε τόσο γρήγορα από κοντά μας. Η κοινωνιολογική μελέτη του έχει τον τίτλο, Νεανικές υποκουλτούρες. Παρεκκλίνουσες υποκουλτούρες της νεολαίας της εργατικής τάξης. Η βρεττανική θεώρηση και η ελληνική εμπειρία. (Παπαζήση 1991). Παραθέτω συντομευμένο ένα από τα συμπεράσματα:

η υποκουλτούρα συνιστά ένα αντιφατικό κοινωνικό σχηματισμό που συναρθρώνει στοιχεία μοντερνισμού και παραδοσιακότητας, ριζοσπαστισμού και συντήρησης, πραγματισμού και φαντασίωσης, παρέκκλισης ή παραβατικότητας και υπερσυμμόρφωσης, συλλογικότητας και εξατομίκευσης, απόσυρσης και κοινωνικότητας, αποξένωσης και αλληλεγγύης.

Σε αυτόν λοιπόν τον συμφυρμό νοοτροπιών παρεισφρέουν αναπόφευκτα και άτομα από την Άκρα Δεξιά, τους παρακρατικούς μηχανισμούς, που κάποτε ανθούσαν στη Θεσσαλονίκη και τον υπόκοσμο, που συνηθίζει να εκμεταλλεύεται ως προκάλυμμα την οπαδική βία για τους δικούς του εγκληματικούς σκοπούς.

Ολιγομελής αλλά δραστήρια σε αντιεξουσιαστικές δράσεις αποδεικνύεται η ομάδα των Αναρχικών. Απώτατοι πρόγονοι αυτής της παγκόσμιας κοινότητας, που όσα κεφάλια αριθμεί τόσες και γνώμες, θεωρούνται η Μικρή Αντιγόνη της ομώνυμης τραγωδίας του Σοφοκλή και ο ομηρικός Θερσίτης, δύσμορφος ο καϋμενούλης αλλά τόσο ψυχωμένος που να βγάζει γλώσσα στον αρχιστράτηγο των Αχαιών, ώσπου στο τέλος καταχερίστηκε από τον Οδυσσέα. Οι Θεσσαλονικείς Αναρχικοί σεμνύνονται, και δικαίως, γιατί η πόλη τους κυβερνήθηκε από το 1342 ώς το 1349 από τους Αναρχικούς της εποχής, τους ζηλωτές που είχαν επικεφαλής (τρόπος του λέγειν) μέλη της γνωστής οικογενείας αρχόντων και αυτοκρατόρων, των Παλαιολόγων. Η μακρόχρονη αυτή διακυβέρνηση αποτελεί εντυπωσιακό επίτευγμα, αν αναλογισθεί κανείς ότι κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο η εξουσία των αναρχικών στην Καταλονία διήρκεσε μόνο μερικούς μήνες. Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, όπως τιτλοφόρησε το συγκινητικό μυθιστόρημά του ο Hans Magnus Enzensberger.

Το κίνημα στην εποχή μας, λόγω του ουτοπικού του χαρακτήρα, βρίσκεται σε ύφεση και περιορίζεται σε εκδηλώσεις απείθειας ή και αντίστασης σε πρακτικές πολιτικής εξαπάτησης και σε περιπτώσεις κατασταλτικής βίας. Το ρωμαλέο ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού, Η Διαθήκη μου, θεωρήθηκε ως το νέο Μανιφέστο του αναρχισμού στη χώρα μας. Βεβαίως οι ιδέες, οι απόψεις και οι θέσεις του αναρχισμού έχουν επηρεάσει στην εποχή μας ριζοσπάστες στοχαστές όπως ο Noam Chomsky και κινήματα φεμινιστικά και περιβαλλοντικά. Η αναρχική συλλογικότητα πάντως της Τρανσαλόνικα δεν ομνύει στη Μη βία, αλλά τουλάχιστον η βία στην οποία καταφεύγει δεν προκαλεί θύματα. Επιπλέον, η ομάδα, αναλαμβάνοντας ρόλο ντετέκτιβ, αποκαλύπτει τα σχετικά με τη δολοφονία της Μαρίκας Γαζή.

 

Τα πράγματα με τ’ όνομά τους

Εμπιστεύομαι τους αφηγηματολόγους ως αρμοδιότερους να σχολιάσουν τις αφηγηματικές τεχνικές με τις επιβραδύνσεις και τις επισπεύσεις, αλλά και την πανταχού παρούσα «Σχολή του βλέμματος», που με τη διακριτική επενέργειά της καθιστά τη νουβέλα αξιοποιήσιμο σενάριο για κινηματογραφικές απόπειρες. Αναγκαίο ωστόσο θεωρώ ένα σχόλιο για τη γλώσσα και το επιμελώς ατημέλητο ύφος του έργου. Ένας σπουδαστής στην Αγγλία κατά τη δεκαετία του 1980 ασφαλώς θα είχε απορήσει από την προτίμηση που έδειχνε η Αναλυτική Φιλοσοφία στην κοινή, την καθημερινή γλώσσα, ως πεδίο μελέτης αλλά και ως εκφραστικό όργανο. Τις αρετές και τα κάλλη της καθομιλουμένης είχαν ανακαλύψει ήδη οι ποιητές της νεωτερικότητας, όπως ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος στο ποίημά του «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» rotundo ore διακήρυττε: «Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη / Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει / και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της».

Αυτήν λοιπόν την αψιμυθίωτη γλώσσα της αμεσότητας υιοθετεί η συγγραφέας κάνοντας πού και πού παραχωρήσεις στο θεσσαλονικιώτικο ιδίωμα, στη βαναυσολογία και στην απρεπή εκφορά λόγου που επιβάλλει άλλωστε το νουάρ και, το σημαντικότερο, περιορίζοντας τους υποκριτικούς ευφημισμούς, ιδίως όταν πρόκειται για φλέγοντα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα. Πρώτοι οι αρχαίοι Αθηναίοι, γράφει ο Πλούταρχος στον Βίον του Σόλωνος, τας των «πραγμάτων δυσχερείας» επικαλύπτοντας με λέξεις ευγενικές και φιλάνθρωπες, ονόμαζαν τις πόρνες εταίρες, τους φόρους συντάξεις, το δεσμωτήριο οίκημα κ.τ.λ. Ο Σόλων μάλιστα εξωράισε την αποκοπήν των χρεών με το άκρως σεσοφισμένο και ποιητικό: σεισάχθεια. Ο ίδιος συγγραφέας στο Βασιλέων απόφθεγματα και στρατηγών, μας αποκαλύπτει ότι σε μια δύσκολη περίπτωση ο Φίλιππος Β΄ είπε ότι επειδή οι Μακεδόνες (επομένως και ο ίδιος) είναι σκαιοί και αγροίκοι αποκαλούν τη σκάφη σκάφη – συμπληρώνω την παροιμία: τα σύκα σύκα κ.τ.λ. Και οι δύο λέξεις είναι κακέμφατα. Τον παλαιό λοιπόν βασιλέα της τιμά η μακεδονίτισσα συγγραφέας ελευθεροστομώντας και λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους.

Ας μου επιτραπεί τέλος μια συγγνωστή περιαυτολογία. Δίσταζα να αποφασίσω αν ο τίτλος της παρούσας ασθμαίνουσας βιβλιοπαρουσίασης θα ήταν «κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα», δάνειο από το πασίγνωστο λαϊκό άσμα που τραγουδούσε η Σωτηρία Μπέλλου, ή μήπως ένα όνομα από το θησαυρό της παιδικής μου μνήμης: Σαντιλεβάντο Σαντιγέ.

Αυτό ήταν το όνομα που έδωσε στην κωμική και συμπαθητική συνάμα φιγούρα του Θεσσαλονικιώτη Εβραίου ο αείμνηστος καραγκιοζοπαίχτης Παπανικολάου, που ερχόταν στο ορεινό χωριό μου, τις Άνω Ασίτες, και το χειμώνα και το καλοκαίρι. Τι ακριβώς σήμαινε το όνομα αυτό δεν το γνωρίζω, ούτε καν αν το μεταγράφω ορθά, αλλά ήταν πάντως κοσμοπολίτικο: ένα Λεβάντο διακρίνω και την εύγεστη κρέμα γαλλικής προελεύσεως Chantilly.

 

Μ. Ζ. Κοπιδάκης

Oμότιμος καθηγητής κλασικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει γράψει: Το Γ´ βιβλίο των Μακκαβαίων και ο Αισχύλος (1982), Αριάδνη. Σχόλια στον ερωτικό Σεφέρη (1984), Γιώργος Σεφέρης και Μάρω. Αλληλογραφία Α´ (επιμέλεια, 1986), Διονυσίου Λογγίνου, Περί ύψους (μετάφραση και σχόλια, 1990), Σημωνίδου, Ίαμβος κατά γυναικών (1994), Οίνον επαινώ. Ανθολογία ποίησης για το κρασί (1995), Ιστορία της ελληνικής γλώσσας (σχεδιασμός και επιμέλεια, 1999), Εν λόγω ελληνικώ... (2003), Μελετήματα (2007), «Πέθανε πράγματι ο  μέγας Παν;» και άλλα κείμενα παντοδαπά (2019) κ.ά.

Τελευταία άρθρα από τον/την Μ. Ζ. Κοπιδάκης

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.